ταξιδεύοντας

ταξιδεύοντας

Κυριακή, Δεκέμβριος 27, 2009

95 ~ Ρόμπερτ Λαξ: στην Κάλυμνο ερημίτης


Robert Lax (1915-2000)

Καλυμνιάδα
(μέρος II)

πες το μισοφέγγαρο μισοφέγγαρο από βράχο
ένα νησί στραμμένο ανατολικά σε μια θάλασσα όλη τσακίσματα
τους ασημένιους του θόλους
τα πολλά του
χρωματιστά
μέτωπα
ένας βράχος:
τι φυτρώνει πάνω του;
λίγο πράσινο το χειμώνα
οι άντρες με τα γαλάζια δίχτυα τους
γρι γρι
έξω κάθε νύχτα
και μπαλώνοντας τα δίχτυα
το πρωί
οι άλλοι που
πάνε έξω για μήνες κάθε φορά
και βουτάνε (για
σφουγγάρια) οι γυναίκες που υφαίνουν
οι γυναίκες που δένουν τους γάντζους
στα μακριά
άσπρα νήματα

μτφ: Σωκράτης Σκαρτσής

Image Hosted by ImageShack.us

O Ρόμπερτ Λαξ φθάνει στην Κάλυμνο το 1964, αν και θα ήταν ακριβέστερο να πούμε "αποσύρεται", γιατί, στην πραγματικότητα, αυτή είναι η πρόθεση του στοχαστικού ερημίτη ποιητή όταν επιλέγει να έρθει στην Ελλάδα. Ήθελε έναν τόπο ήσυχο, να μείνει για λίγο για να γράψει μερικά ποιήματα. Να διαλογιστεί, να ακούσει τη φωνή του Θεού, ν' ακούσει καλύτερα τη σκέψη του. Έναν τόπο «ήσυχο και φθηνό» όπως έλεγε - κι αν έβρισκε και κάποιο μέρος ακατοίκητο για να μείνει, ακόμα καλύτερα. Τον χρειαζόταν, «όπως ένας φωτογράφος χρειάζεται τον σκοτεινό θάλαμο», συμπλήρωνε χαρακτηριστικά. Αλλά διαπιστώνει πως «στην Ελλάδα δεν είσαι ποτέ μόνος. Οπουδήποτε κι αν ζεις, οτιδήποτε κι αν κάνεις, οπουδήποτε κι αν κοιμάσαι, το κάνεις σε μια ολόφωτη σκηνή. Κάθε μέρα, είναι μέρα κρίσης».

Ο «μέγιστος άγνωστος» της αμερικανικής λογοτεχνίας, έζησε χιλιάδες τέτοιες μέρες κρίσης, αφού έμεινε στην Ελλάδα 35 χρόνια. Επέστρεψε στην Αμερική λίγο πριν πεθάνει και τον περισσότερο καιρό έζησε στην Πάτμο όπου εγκαταστάθηκε αμέσως μετά το σύντομο διάστημα παραμονής του στην Κάλυμνο. Έμαθε ελληνικά, για να μπορεί να κουβεντιάζει με ανθρώπους κάθε κοινωνικού επιπέδου, και πιο πολύ μ' αυτούς που τον ενδιέφεραν περισσότερο: τους ψαράδες και τους σφουγγαράδες, που έβρισκε πως, αν και πολυταξιδεμένοι, είχαν νοοτροπία αρχαίων Δωριέων. Χωρίς ποτέ να επιδιώξει δημοσιότητα και λογοτεχνική καριέρα ή φήμη.

Image Hosted by ImageShack.us
Πάτμος

Σταδιακά και αταλάντευτα, ο Ρόμπερτ Λαξ απλοποίησε τη γραφή του, ώσπου στην όψιμη ποίησή του επικεντρώθηκε στην λιτότητα προσπαθώντας να αποδώσει τα πλείστα με τα ελάχιστα, αγγίζοντας τα όρια της μινιμαλιστικής ακρότητας. Την ίδια απλότητα είχε εφαρμόσει και στη ζωή του, κάτι που είχε διαφανεί από τα νεανικά χρόνια του. Τελειώνοντας το σχολείο εργάσθηκε σε περιοδικά και κατά τη διάρκεια των αρχικών του περιπλανήσεων εργάσθηκε σε τσίρκο ως δεξιοτέχνης ζογκλέρ. Σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης εντάχθηκε σε μια ομάδα νέων πρωτοποριακών καλλιτεχνών που λόγω της αντιαστικής νοοτροπίας τους χαρακτηρίσθηκαν ως πρόδρομοι της γενιάς των beat.

Image Hosted by ImageShack.us

Στενός φίλος του ομηλίκου του, Τόμας Μέρτον (κι αυτός γεννημένος το 1915), διάσημου τραππιστή μοναχού, ποιητή και συγγραφέα, επηρέασε τόσο τον ίδιο όσο και σημαντικούς μπιτ ποιητές και συγγραφείς, όπως τον Τζακ Κέρουακ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Γουίλλιαμ Μπάρροουζ. Γεννήθηκε στο Olean της πολιτείας της Νέας Υόρκης, από εβραϊκή οικογένεια και ως ενήλικος στράφηκε στον ρωμαϊκό καθολικισμό παραμένοντας, όμως, ανοιχτός σε όλες τις θρησκείες. Μελέτησε Ζεν και Καμπάλα, και πέθανε σαν χριστιανός με την πίστη πως "οι καλύτερες μέρες είναι πάντα μπροστά για όλους, όσο κι αν έχουν κλάψει για αγαπημένους που έχασαν." - Κ. σ-Μ.

= = = = =



- To ποίημα είναι από την ανθολογία "Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές"
εκδ. Καστανιώτη, 1987
- Φωτογραφίες: nicholasdigiovanni.com, greece-2004.com,
isola-di-rifiuti.blogspot.com, rhodes-greece.info, bobbundy.com
- Εξώφυλλα βιβλίων: amazon.com

Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009

94 ~ Ρόντρικ Μπήτον: Ακολουθώντας τα βήματα του Σεφέρη


Roderick Beaton


«Άκουσα για πρώτη φορά τη μουσική εκτέλεση του ποιήματος του Σεφέρη "'Αρνηση" να παίζεται σε τζουκ μποξ σ' ένα καφενείο της Μυκόνου το 1965.



Είχα μόλις επιστρέψει από τη Δήλο, και αν είχα ταξιδέψει λίγες ημέρες αργότερα, θα κατάφερνα να βρεθώ ανάμεσα στην "πανσπερμία" των τουριστών που στοιβάχτηκαν στο ίδιο πλοίο με το οποίο ο Σεφέρης και η σύζυγος του Μαρώ έκαναν το ίδιο ταξίδι, στην ίδια ταραγμένη θάλασσα, εκείνον τον Σεπτέμβριο.

Καλά καλά δεν ήμουν ακόμη φοιτητής και αγόρασα τα Ποιήματα (Collected Poems) όταν εκδόθηκαν σε δίγλωσση έκδοση το 1969 στη Βρετανία, μεταφρασμένα από τον Έντμουντ Κήλυ και τον Φίλιπ Σέραρντ. Έκτοτε, έχω διαβάσει και ξαναδιαβάσει τον Σεφέρη, έχω γράψει γι' αυτόν και έχω δώσει διαλέξεις, τον έχω κάποιες φορές μεταφράσει και τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια τον διδάσκω σε φοιτητές στη Βρετανία.

Μια από τις μεγαλύτερες χαρές της συγγραφής της βιογραφίας του Σεφέρη ήταν ότι προσπάθησα, όσο τουλάχιστον ήταν δυνατόν, να ακολουθήσω τα βήματα του πολυταξιδεμένου αυτού ξενιτεμένου. [...] Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι ακολούθησα τον Σεφέρη σε όλα τα μέρη όπου πήγε. Ορισμένες περιοχές της Μέσης Ανατολής, οι οποίες παίζουν κάποιο μικρό ρόλο στην προσωπική του ιστορία, ήταν δύσβατες τα χρόνια που δούλευα τη βιογραφία: ιδιαίτερα η Βαγδάτη και η χαμένη τοποθεσία της Σελεύκειας επί του Τίγρεως.


Πολύ μεγαλύτερη σημασία στη ζωή του Σεφέρη είχαν ορισμένα μέρη και αρχαιολογικοί χώροι της Βορείου Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της Σαλαμίνας και της Έγκωμης, θέμα η καθεμιά τους και ενός σημαντικού ποιήματος.
Ως Βρετανός τουρίστας, θα είχα δικαίωμα να διασχίσω την Πράσινη Διαχωριστική Γραμμή, η οποία έχει διαμοιράσει από το 1974 το νησί ανάμεσα στην αυτοονομαζόμενη "Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου" και την Κυπριακή Δημοκρατία.



Στην Κύπρο ωστόσο δεν αισθάνομαι τουρίστας και δεν νιώθω ότι μπορώ να πάω εκεί που οι Έλληνες και οι Ελληνοκύπριοι φίλοι και συνάδελφοι μου δεν έχουν τη δυνατότητα να πάνε οι ίδιοι. »
Ρόντρικ Μπήτον
Ιούλιος-Δεκέμβριος 2002
,
από το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του
"Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον 'Αγγελο"



Ο Ρόντρικ Μπήτον είναι πεζογράφος και καθηγητής Νέων Ελληνικών στο Kings College του Λονδίνου - κάτοχος της έδρας "Κοραής" για την Νεοελληνική και Βυζαντινή Ιστορία, Γλώσσα και Λογοτεχνία. Ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1973 και η πιο πρόσφατη επίσκεψή του πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2004 με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου του για τον Σεφέρη στο Μουσείο Μπενάκη.


29/4/2004 - Ο Roderick Βeaton στο Μουσείο Μπενάκη

"Για μας, λοιπόν, που βρισκόμαστε στην αυγή ενός καινούργιου αιώνα, ο Σεφέρης - μαζί με τον Προυστ, τον Τζόυς, τον Έλιοτ, τον Τόμας Μαν, τον Μοντάλε, τον Πεσσόα κ.ά. - EINAI η εποχή πριν την εποχή μας, - αιώνας πριν τον αιώνα μας. "
Ρόντρικ Μπήτον
(ΤΑ ΝΕΑ, 22/11/2003)


= = = = =

Το βιογραφικό σημείωμα είναι από το βιβλίο "Τα παιδιά της Αριάδνης" (εκδ. Καστανιώτη, 1999):

Ο Ρόντρικ Μπήτον γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Εδιμβούργο. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Καίμπριτζ. Μετά την αποφοίτησή του ταξίδεψε για τρία χρόνια και σπούδασε στην Ελλάδα, πριν επιστρέψει στην Αγγλία και γίνει καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχει γράψει αρκετά βιβλία για την σύγχρονη και μεσαιωνική ελληνική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί το έργο του "Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (εκδ. Νεφέλη, 1996). Τα "Παιδιά της Αριάδνης" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Εκείνη τη νύχτα η λάμπα έκαιγε ως την αυγή στη σουίτα του Άγγλου στο Εξέλσιορ. Ο Λάιονελ Ρόμπερτσον συλλογιζόταν και πάλι πως είχε ένα γιο στην άλλη άκρη της Ευρώπης. Ήταν πια καιρός να ξαναγράψει στο παιδί. Και, μα το Θεό, είχε πάρα πολλά να του πει.

Κι όταν ξεκίνησε να γράφει, οι λέξεις που ξανάδιναν ζωή στις θριαμβευτικές ανακαλύψεις των τελευταίων εβδομάδων έβγαλαν φτερά' καθώς ξεχύνονταν και γέμιζαν το άδειο χαρτί, ο Λάιονελ ένιωθε σιγά σιγά να εξαγνίζεται από την αφροσύνη και την ντροπή εκείνης της νύχτας. Η αυγή τον βρήκε να κοιτάζει χωρίς να βλέπει πέρ' από την άγρια ακτογραμμή που εκτείνεται ανατολικά του Κάστρου, ενώ μια νέα, απρόσμενα ανακουφιστική απόφαση διαμορφωνόταν μέσα του.

Ο Λάιονελ είχε μάθει να κάνει υπομονή όσο ήταν στην Κρήτη. Ο Ντάνιελ θα ήταν ακόμα στον πρώτο του χρόνο στην Οξφόρδη. Χωρίς να κάτσει να σκεφτεί πως ελάχιστα γνώριζε για τον ίδιο του το γιο, άρχισε να κάνει τα δικά του σχέδια για το μέλλον του Ντάνιελ.

- από το κεφάλαιο ΕΥΡΩΠΗ - μετάφραση: Aγορίτσα Μπακοδήμου -




= = = = =

Νίκος Δαββέτας, Τα Νέα 13/04/2004:

Το βιβλίο "Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο", που είναι αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας και μελέτης, κυκλοφόρησε στην Αγγλία τον Αύγουστο του 2003 και είναι η πρώτη πλήρης βιογραφία του έλληνα νομπελίστα ποιητή. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο "Ωκεανίδα" σε μετάφραση Μίκας Προβατά.

Βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή την παράλληλη «ανάγνωση» της ζωής ενός ανθρώπου και της ιστορίας ενός λαού, πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς η ιστορία της ζωής του ΓΣ είναι η ιστορία «μιας διχασμένης προσωπικότητας». Αν δεχθούμε ότι η ιστορία της Ελλάδας στον 20ό αι. (τουλάχιστον ως τον θάνατο του ΓΣ) χαρακτηρίζεται από διαρκείς «Διχασμούς», τότε αυτή η παραλληλία του ατομικού και του πολιτικοϊστορικού βίου μοιάζει γοητευτική. Ο Μπήτον παρακολουθεί τις δύο «βιογραφίες», ωστόσο δεν τις «πιέζει» να χωρέσουν σε κάποιο σχήμα - Γιώργης Γιατρομανωλάκης, το Βήμα 22/2/2004

Αφού δεν μπορείτε να γράψετε ούτε μια βιογραφία του "μεγάλου" σας ποιητή, φαίνεται να σκέφτηκε ο Ρόντριγκ Μπίτον, τότε πρέπει να κινηθούν οι φιλελληνικές δυνάμεις. Πράγματι, η βιογραφία του Σεφέρη ηχεί σαν επίπληξη και σαν φιλοφροσύνη απέναντι στις ντόπιες φιλολογικές ικανότητες. Αλλά η φιλοφροσύνη υπερτερεί αν αναλογιστούμε ότι αυτό το ογκώδες βιβλίο δεν αφορά μόνο την περίπτωση του ανθρώπου, αλλά και την ιστορία της χώρας κατά τα τρία τέταρτα του εικοστού αιώνα... Το διακεκριμένο αίσθημα του Μπίτον, αυτό που τελικά κερδίζει το στοίχημα μιας τόσο επίπονης εργασίας και υπερασπίζεται επάξια τόσο τον άνθρωπο Σεφέρη όσο και τη χώρα στην οποία έχει αφιερώσει πολύ από τον εαυτό του (άλλωστε είναι καθηγητής της νέας ελληνικής και της βυζαντινής φιλολογίας), είναι ότι κατέγραψε τα εξωτερικά πεπραγμένα της χώρας και τα εσωτερικά πεπραγμένα του ποιητή σαν να είναι αδελφές καταστάσεις - Κωστής Παπαγιώργης, Ο κόσμος του Επενδυτή 10.1.2004

Ο Μπήτον κατορθώνει να αναπλάσει με τρόπο ικανοποιητικό τον περίγυρο του ποιητή, την εμπλοκή του στον δημόσιο βίο, καθώς και τις επιπτώσεις αυτής της εμπλοκής στον αγώνα του για να εκφραστεί ποιητικά. Το μεγαλύτερο όμως προτέρημα της βιογραφίας είναι η συγκίνηση που σου μεταδίδει για την προσπάθεια μια ολόκληρης γενιάς λογοτεχνών να ανακαλύψει τον ίδιο της τον τόπο, κάτω από το αγγελικό και μαύρο φως των πιο δίσεκτων χρόνων. Όσοι στα νιάτα τους ξενύχτησαν στα σκαλιά του Πόρου διαβάζοντας την "Κίχλη", σίγουρα θα ανακαλύψουν στο έργο του Μπήτον κάτι από τη χαμένη τους αθωότητα.



Φωτογραφίες: okeanida.gr, tovima.dolnet.gr,
ocf.berkeley.edu, forthnet.gr,cyprusnet.gr
Εξώφυλλα βιβλίων: amazon.com, in.gr

Δευτέρα, Νοέμβριος 16, 2009

93 ~ Πιερ Εμμανυέλ: Στην κοιλάδα του Αμφιάρειου


Pierre Emmanuel (1916-1984)
"έτσι άρχισε μέσα μου ο Ορφέας"

«Κάτω από τον τίτλο του δεύτερού μου βιβλίου, Ο Τάφος του Ορφέα, γράφτηκε μια λέξη που πολύ αργότερα κατάλαβα το συμβολισμό της: η λέξη συντρίμμι. Είκοσι πέντε χρόνων, παθιασμένος για μια Ελλάδα που την ονειρευόμουν από τον Χαίλντερλιν, έγραφα αυτή τη λέξη για να κάνω εικόνα, και το ποίημα, μόλο που είχε τελειώσει, φάνηκε κολοβωμένο αφού η ουσία του ήταν εκείνο που του έλειπε. Η μόνη τέλεια ομορφιά για μένα ήταν η ομορφιά των ερειπιώνων: ερειπωμένο, ένα έργο παύει να τελειώνεται, γίνεται απομεινάρι του απείρου. Έτσι, η δύναμη μιας λέξης δημιουργούσε δεύτερη βαθμίδα απουσίας: αθεράπευτη, ήταν κι αυτή ακρωτηριασμένη, θύμησα αποκλειστική, σπαρακτική. Με το να γίνει ο έρωτάς του αδύνατος, ο Ορφέας τον έκανε αιώνιο' όταν τούτος τον έσπρωξε στον Άδη, η Ευριδίκη άρχίζ' εκεί αιώνιαν ανυπαρξία. Η νοσταλγία φανερωνόταν ακόρεστη, γιατί δεν ήταν τίποτα, παρά μονάχα η ανακλητική μνήμη του τίποτα.


................Luc-Olivier Merson (1846-1920): ο Ορφέας και η Ευριδίκη

» Είμαι πενήντα χρόνων, και πιστεύω πως αποσπάστηκα από την ορφική λατρεία της νειότης μου. Όμως ένας ποιητής είν' άραγε ποτέ βέβαιος πως θ' απαλλαγεί από το ελάττωμά του και τη φυσική του αρετή: τη νοσταλγία;
[...]
Είκοσι χρόνια, ένας άτυχος έρωτας, μισο-πραγματικός, μισο-βιωμένος στ' όνειρο, και που στην πραγματικότητα ίσως ήταν μον΄χα όνειρο: έτσι άρχισε μέσα μου ο Ορφέας. Ένας ψυχολόγος θάβλεπε άνετα σ' αυτόν πως ο μύθος είναι η ίδια η θέση: ο Ορφέας συμβολίζει μια κατάσταση. Είναι ο μακρυνός εραστής, που επιφορτίζω αντί για μένα να κατακτήσει τ' απόλυτο, επομένως να υποκύψει στο απαγορευμένο. Ο λόγος του - ο δικός μου - ερωτεύεται το σύμπαν. Κάθε τι γίνεται μ' αυτόν σάρκα του Ορφέα, ή σάρκα που προμηνά τ' αγκάλιασμά του. Στο τραγούδι του τ' όνειρο παίρνει σάρκα, τον κορμό για την ανάπτυξη του ονείρου: αμφίβολος ερωτικός μεταμορφισμός (proteisme), γιατί η φαντασία ευφραίνεται σ' αμοιβαίες μεταμορφώσεις, Η Ευριδίκη είναι η θηλυκιά εικόνα του Ορφέα, ο Ορφέας η εικόνα της Ευριδίκης. Ο ποιητής βλέπει μονάχα καθρεφτίσματα στο σχέδιο της βαθειάς ψυχής που, για να γεννήσει τηναληθινή ταυτότητα, αποκαλύπτει έτσι το διφορούμενο αντρόγυνο. Εδώ πρόσχημα για τη συμβολική ενέργεια, δε φαίνεται να είναι μονάχα η πρώτη αγάπη, αλλά η αποτυχία της, που γεννήθηκε από το φόβο της γενετήσιας κοινωνίας, "αποζημιώθηκε με το πάρα πάνω" από ένα ερωτικό φάντασμα, το φάντασμα της Ευριδίκης που βρίσκεται παντού κι άπιαστο μέσα στον Ορφέα. Η αναζήτηση της Ευριδίκης συμβολίζει ανέφικτην επιστροφή στην παραδείσια αθωότητα, όπου δύο και ένα δεν διαφοροποιούνται: ο άδης είναι το ανέφικτο αυτού του γυρισμού, η μνήμη ακόρεστη το αγνοεί...


Jean Delville (1867-1953): Ορφέας

» Σ' αυτό το στάδιο του οικουμενικού ναρκισσισμού και της ακούραστης αχορτασιάς, ο Ορφέας είναι το δικό του είδωλο, αλλά ένας θεός ξεκομμένος από τον εαυτό του, και που δημιουργεί ακατάπαυτα από την ένδειά του ένα κόσμο-καθρέφτη που σ' αυτόν αγκαλιάζεται και ξεχνιέται. Με τον ανυπέρβατο διαχωρισμό του Ορφέα ανάμεσα στον εαυτό του και τον εαυτό του, ζωντανεύουν οι χαρές αυτής της διφορούμενης κοσμικής περίπτυξης, αρσενική ή θηλυκή ανάλογα με τις μορφές της, και ενώ περνά από μια απότομη ηδυπάθεια φρίκης στα θανατερά πεδία της νοσταλγίας... »

("Oρφέας" από το Cahier Pierre Emmanuel σε μετάφραση Αντιγόνης Βρυώνη-Χατζηθεοδώρου)

= = = = =


Αμφιαράειο ή Αμφιάρειο

O μύθος του Ορφέα που με την λύρα του κατάφερε να γλυκάνει την καρδιά του Άδη και της Περσεφόνης, συγκίνησε μουσικούς, λογοτέχνες και εικαστικούς καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Ο Πιερ Εμμανυέλ γράφει το κείμενο για τον "Ορφέα" του το 1966, εικοσιπέντε χρόνια μετά την έκδοση του ποιητικού του έργου "Ο τάφος του Ορφέα". Δώδεκα χρόνια αργότερα, όταν ο γάλλος ποιητής βρίσκεται στην Ελλάδα, φωτογραφίζεται στα ερείπια του ιερού προς τιμήν μιας άλλης χθόνιας θεότητας.



Είναι η ίδια χρονιά που γράφει:

Aς με καταφιλεί με τα φιλήματα του στόματός του
Έτσι ο θείος έρωτας εκφράζεται
Το σώμα είναι λοιπόν η συμπαντική γλώσσα
Τίποτα δεν μπορεί ν' αρθρωθεί τόσο καλά όσο εκείνο λέει
Γιατί δυστυχώς δεν του διδάξατε
πώς πρέπει να μπηχθείτε μέσα στη νύχτα
για να μάθετε μόνο αν ο άλλος υπάρχει
Κι άπληστ' αδράχνεστε και κάνετε να υποφέρουν
και να χαίρονται χωρίς να σα θωρούν κι εγκαταλείπεστε πάλι
Κάτω από τις συμβατικές σας μάσκες μαθαίρια
λησμονάτε την κοινωνημένη μυρουδιά του φίλου σας
αποχαιρετώντας με το κεφάλι, το χέρι μη τείνοντας.

Ας σε καταφιλεί με τα φιλήματα του στόματός του
Να σε φιλεί με λόγια του στόματός του
κι ας φτερουγίζουν τα φιλήματά του πάνω στο κορμί σου
Σα στρουθία που ραμφίζουν τριφύλλι
Κι ας είναι οι λέξεις του το λάδι κι η μυρουδιά
που απ' την επιδερμίδα σου πλάθουν το φέγγος της ψυχής
και σε κάθε διχάλωμα του δένδρου το στόμα του
στόμα μετανάστης σ' όλους τους κόσμους σου έχει φωλιά
Απ' όλους τους κόσμους σου σ' αποκαλύπτει το στόμα του
αφού προφέρει τα ονόματα όπως φιλήματα
Μέσα στην αρχική αυγή που ακρανοίγουν στόμα με στόμα
δυο πλάσματα συναρθρωμένα και το 'να από τ' άλλο αποσφραγισμένο.
...
(Una - μτφ: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος)

= = = = =

Το ποιητικό ταλέντο του Pierre Emmanuel αναγνωρίζεται από τις πρώτες κιόλας ποιητικές συλλογές του - τις "Ελεγείες" και τον "Τάφο του Ορφέα" που εκδίδει σε ηλικία 24 και 25 ετών αντιστοίχως. Με τις επόμενες τρεις συλλογές του - "Jour de colère" του 1942, "Combats avec tes défenseurs" του 1945 και "La liberté guide nos pas" του 1946 -, επιβεβαιώνει την ποιητική και ουμανιστική δέσμευσή του με την Γαλλική Αντίσταση κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ εκτιμάται ιδιαιτέρως για το ενδιαφέρον και την άμεση συνεισφορά του στην οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος της Γαλλίας. Υπήρξε επισκέπτης καθηγητής σε αμερικανικά και καναδικά πανεπιστήμια, εξέδωσε περισσότερα από 50 βιβλία και συνέγραψε εκατοντάδες άρθρα. Eργάσθηκε ως δημοσιογράφος στην Le Monde, στην Le figaro καθώς και σε άλλα έγκυρα έντυπα, κέρδισε 5 μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία και έλαβε 4 τιμητικά διδακτορικά διπλώματα από ισάριθμα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Το 1968 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, παραιτήθηκε όμως το 1975 εις ένδειξιν διαμαρτυρίας για την εκλογή του συγγραφέα Φελισιέν Μαρσώ, για τον οποίο ελέγετο ότι είχε συμμετάσχει σε ναζιστικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Pierre Emmanuel υπήρξε ο μοναδικός στην ιστορία του θεσμού που παραιτήθηκε από μια τέτοια επιθυμητή και τιμητική θέση.

= = = = =

Στο μυστικό όνομα

Ω έρωτά μου κρατώ ανάμεσα στους ανθρώπους
σφραγισμένο τ' όνομά σου όμως μόνο εσένα τραγουδώ
Όπως κάτω απ' το χόρτο μια πηγή αστράφτει
που χωρίς ποτέ να σ' ονομάζω δεν ονομάζω
παρά εσένα σ' όλα όσα παίρνουν όνομα από μένα

Κάνε με παρόντα Να πάψω να περιμένω
ό,τι με τριγυρίζει περιμένοντας τον εαυτό μου
Δώσε στο μάτι μου να είναι ταπεινό απέναντι στα δάχτυλά μου
για να παίρνω εδώ αντί να στήνω
τρυπημένο δίχτυ με το βλέμμα πέρα

Για να πλάθω με τα χέρια μου μια γλώσσα
πνοή γεμάτη που με καταβαραθρώνει και με μεγαλώνει
Όσο πιο πολύ ανοίγεται μια καρδιά τόσο πιο πολύ δυσκολεύεται
Έτσι και για τον κόσμο όπου υψώνεται η εικόνα σου
που τον τρέφει κάνοντάς τον να πεινάει για σένα.


(μτφ: Όλγα Βότση)


Φωτογραφίες: img.radio.cz, 49gym-athin.att.sch.g και
από το βιβλίο "Τετράδιο Πιερ Εμμανυέλ"
Πίνακες:rastko.org.yu
Πηγή βιογραφικού: specialcollections.wichita.edu

Κυριακή, Νοέμβριος 01, 2009

92 ~ Ποιητικές αναφορές, XXI: Κάρολος Μπωντλαίρ: ταξίδι στα Κύθηρα


Charles Baudelaire
(1821-1867)

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ

Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
- Τα Κύθηρα' των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο' και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Image Hosted by ImageShack.us
Κύθηρα (The island of Kythira)

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, να! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα να! Καθώς πλευρώνοντας άκρη - άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους'
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

'Ορνια άγρια στο ταϊνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο'
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

-Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.

(μτφ: Μαρία Ρέγκου)

Εικόνες: kud-logos.si, globalgeografia.com

Παρασκευή, Οκτώβριος 16, 2009

91 ~ Αλφόνς ντε Λαμαρτίν: Στον κόλπο της Μεθώνης


Alphonse Marie Louise Prat de Lamartine (1790-1869)


«...Καθώς το πλοίο πλησιάζει στον κόλπο της Μεθώνης, οι ακτές της Πελοποννήσου διαγράφονται καθαρά και ξεχωρίζουν μία μία βγαίνοντας μέσα από την αιωρούμενη ομίχλη που τις τυλίγει. Αυτές οι ακτές που προκαλούν την περιφρόνηση των ταξιδιωτών, εμένα απεναντίας μου φαίνονται πολύ καλοσχεδιασμένες από τη φύση: μεγάλα περιγράμματα βουνών και κυματιστές, αρμονικές γραμμές. Με δυσκολία αποσπώ το βλέμμα μου από πάνω τους. Η σκηνή είναι άδεια, αλλά γεμίζει από το παρελθόν: η μνήμη κατοικεί τα πάντα! Αυτό το μαυριδερό σύμπλεγμα από λόφους, ακρωτήρια, κοιλάδες, που το μάτι το αγκαλιάζει ολόκληρο από δω, λες και είναι ένα μικρό νησάκι του Ωκεανού, ενώ δεν είναι παρά μια κουκίδα πάνω στο χάρτη προκάλεσε μεγαλύτερο θόρυβο, μεγαλύτερη δόξα και λάμψη, περισσότερες αρετές και εγκλήματα, από ολόκληρες ηπείρους. Αυτό το πλήθος των νησιών και των βουνών που γέννησαν σχεδόν ταυτόχρονα τον Μιλτιάδη, τον Λεωνίδα, τον Θρασύβουλο, τον Επαμεινώνδα, τον Δημοσθένη, τον Αλκιβιάδη, τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Αριστείδη, τον Σωκράτη, τον Φειδία αυτή η γη η οποία αφάνιζε τις στρατιές του Ξέρξη, δύο εκατομμύρια ψυχές, που έστελνε αποικίες στο Βυζάντιο, στην Ασία και την Αφρική, που δημιουργούσε ή ανανέωνε τις τέχνες του πνεύματος και του χεριού, και η οποία μέσα σ' ενάμιση αιώνα τις έφερε σε τέτοιο βαθμό τελειότητας ώστε να γίνουν αξεπέραστα σύμβολα. αυτή η γη της οποίας η ιστορία είναι και δική μας ιστορία, που ο 'Ολυμπός της είναι ακόμα ο ουρανός της φαντασίας μας αυτή η γη από όπου ξεκίνησαν η φιλοσοφία και η ποίηση κι έφτασαν στα πέρατα του κόσμου και όπου ξαναγυρίζουν κάθε τόσο, όπως γυρίζουν τα παιδιά στο λίκνο τους: να την λοιπόν! Κάθε κύμα με φέρνει πιο κοντά της την αγγίζω. Καθώς ξεπροβάλλει νιώθω βαθιά συγκίνηση, που μετριάζεται όμως από το γεγονός ότι αυτές οι αναμνήσεις ξέφτισαν στο νου μου προτού να τις συλλάβει, η μνήμη μου κουράστηκε από τις αδιάκοπες επαναλήψεις. Η Ελλάδα είναι για μένα ένα βιβλίο που η ομορφιά του έχει ξεθωριάσει γιατί μας το διάβασαν σε μια ηλικία όπου δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε...»
6 Αυγούστου 1832

Από το βιβλίο "Τρεις Γάλλοι Ρομαντικοί στην Ελλάδα"
σε μετάφραση Βάσως Μέντζου (εκδ. Ολκός)

Frederick de Wit: Modon (Mεθώνη)

Αν και ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίν έβρισκε ότι "ο Παρθενώνας είναι το τελειότερο ποίημα σε μάρμαρο", είναι γνωστό ότι δεν έτρεφε αισθήματα συμπαθείας για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, διπλωμάτης και πολιτικός, είχε επανειλημμένα εκδηλώσει τα φιλότουρκα αισθήματά του και είχε κατηγορηθεί για μισελληνισμό. Διάσημος ήδη από τους "Ποιητικούς Ρεμβασμούς" του, ξεκίνησε το ταξίδι του στην Ανατολική Μεσόγειο, ένα ταξίδι που διήρκεσε δύο χρόνια (1832-1833) και που τον έφερε και στην Ελλάδα που γρήγορα τον απογοήτευσε. Τις εντυπώσεις και τον απολογισμό του από αυτό το ταξίδι μετέφερε στο βιβλίο "Souvenirs, impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient", - "ceci n'est pas un livre" είπε ο ίδιος γι αυτό - που εκδόθηκε το 1835 και στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο "Στοχαστής" με τον τίτλο "Οδοιπορικό ψυχής" σε μετάφραση Πωλίνας Πεφάνη.

Η ΛΙΜΝΗ

Ούτως αεί ωθούμενοι εις νέας παραλίας,
Και εις νυκτών φερόμενοι αιθέρα σκοτεινόν,
Δεν θ' αγκυροβολήσωμεν, έστω στιγμάς βραχείας,
Εις των ετών τον άπειρον ποτέ ωκεανόν;

Ω λίμνη, μόλις ήνυσε τον δρόμον του ο χρόνος,
Και παρ' αυτά τα νώτα σου τα τόσον προσφιλή μου,
Ιδέ,… ήλθον και κάθημαι επί του λίθου μόνος,
Όπου την είδες άλλοτε να κάθηται μαζί μου!

Ούτω τους βράχους έδαιρον τα κύματά σου λάβρα,
Κατά των αποτόμων των θραυόμενα πλευρών,
Και τον αφρόν των τον λευκόν προσπνέουσα η αύρα,
Ούτω προ των ποδών αυτής έρριπτε των αβρών.

Επλέομεν εν σιωπή ομού,… ήτον εσπέρα!
Το ενθυμείσαι; - σιωπή μαγευτική, βαθεία
Το κύμα σου εκάλυπτε και τον γλαυκόν αιθέρα,
Και κώπης που την έκοπτε γλυκεία αρμονία.

Πλην αίφνης θείοι, άγνωστοι επί της γης μας τόνοι,
Της όχθης σου ηξήγειραν εκθάμβους τας ηχούς,
Κ' ενώ αυτά το χείλος της τ' ωραίον επεφώνει,
Εις τους βαθείς του έτρεμε το κύμα σου μυχούς.

"Χρόνοι, μη σπεύδετε, και σεις, στιγμαί των ευδαιμόνων
Ωρών μας, ω σταθήτε!
Των ηδειών μας ημερών ν' απογευθώμεν μόνον
Επί μικρόν αφήτε!

Την ταχυτέραν πτήσιν σας πλήθος δυστήνων όντων
Θερμώς επικαλείται…
Φύγετε, και με σας το πυρ ας φύγη των στηθών των·
Τους άλλους λησμονείτε!…

Πλην φευ! Ολίγας καν στιγμάς έτι αιτώ ματαίως.
Ο χρόνος τας αρνείται.
Σβήνουσι τ' άστρα τ' ουρανού, ιδέ! κ' εγώ: 'βραδέως,
Τοις έλεγον, χωρείτε'.

Λοιπόν ερώμεν, σπεύσωμεν τον χρόνον να χαρώμεν,
Ο χρόνος δεν κρατείται!
'Ανορμος πλέει, άνορμοι κ' ημείς μαζί περώμεν,
Αθρόοι παροδίται".

Χρόνοι ζηλότυποι, ω! πώς στιγμαί ευδαιμονίας,
Καθ' ας γευόμεθ' άφθονα του έρωτος τα δώρα,
Ω! πώς να φεύγουν δύνανται μακράν μας μεθ' ομοίας
ταχύτητος, ως κ' η πικρά της δυστυχίας ώρα!

Ω! είν' αδύνατον λοιπόν εν ίχνος των να μείνη;
Διά παντός εσβέσθησαν, παρήλθον δι' ημάς;
Ο χρόνος, όστις έδωκεν αυτάς, όστις τας σβήνει,
Δεν θα μας δώση τας αυτάς και άλλοτε στιγμάς;

Αιωνιότης, παρελθόν, μηδέν, μυχοί σκοτίας,
Τι τας ημέρας κάμνετε, όσας μας αφαιρείτε;
Δεν θα μας αποδώσητε τας τέρψεις μας τας θείας,
'Οσας εντός της κύλικος του βίου μας αντλείτε;

Ω! λίμνη, βράχοι, σπήλαια, ω δάση σιγαλέα,
Σεις, ων ο χρόνος φείδεται, άτιν' ανανεοί,
Τήρησον της νυκτός αυτής, ω φύσις μου ωραία,
Καν την ενθύμησιν, αφού ο χρόνος σ' ευνοεί.

Ω! έστω εις το κύμα σου, φαιδρόν ή ωργισμένον,
Ω! λίμνη, κ' εις το θέαμα των χαροπών βουνών σου,
Εις τας ελάτας σου αυτάς, κ' επί των κρεμαμένων
Σκοπέλων εις το κάτοπτρον των κυανών νερών σου.

Ω! έστω εις τον ζέφυρον, όστις στενάζει πνέων,
Εις την ηχώ της όχθης σου, ήτις φαιδρά λαλεί,
Εις τον αργυρομέτωπον αστέρα, όστις χέων
Το φέγγος του τα νώτα σου τα ήρεμα φιλεί.

Είθε ο στένων κάλαμος, η αύρα ήτις κλαίει,
Τα θεία της αρώματα, η μάγος όλη φύσις,
Και ό,τι τέλος βλέπει τις, ό,τι ακούει, πνέει,
Είπωσιν όλα, λίμνη μου: Ηγάπησαν, επίσης.

Mτφ: Αγγέλου Βλάχου


Mεθώνη

Εικόνες: mundocitas.com, historic-cities.huji.ac.il, methoni.gr

Πέμπτη, Οκτώβριος 01, 2009

90 ~ Βίκτωρ Ομπερτέν


Victor Auburtin (1870-1928)

...Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στην γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες' για την Τροία, για την διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο' για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρυνής θάλασσας.


Johann Heinrich Wilhelm Tischbein (1751-1829): Oδυσσέας και Πηνελόπη

Όμως όταν έφθασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη' θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.
[...]
Στο μακρυνό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις.

Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.

Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους' κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρυνές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.

Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.


Arnold Böcklin (1927-1901): Oδυσσέας και Καλυψώ

- Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτην Καλυψώ; ρώτησε μια φορά.
- Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.

Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι
.


John William Waterhouse (1849-1917)

Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο - τα μάτια του ήταν σαν την νύχτα - τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμα ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρυνές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει.


Πηνελόπη - Ρωμαϊκό αντίγραφο

... επτά χρόνια...
- Χθες έλεγες δέκα' έχεις φαίνεται, πει τόσα ψέμματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Tώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα' αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρυνού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του όλα αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.
[...]
Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά. όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι στου στην άμμο άγγιξε το μικρό κοχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. ... Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε.
-Από πού το έχεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
-Το έχω από το νησί της Καλυψώς.
- Τότε καταλαβαίνω γιατί το αγαπάς τόσο πολύ.
Συγκράτησε τα νεύρα του.
- Όχι, είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα.
Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα.
[...]
Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη τη στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θα αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.

Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτιάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι τη θάλασσα... Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου' και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων...

Victor Auburtin - Το τέλος του Οδυσσέα
(Das Ende des Odysseus)
Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης
"η λέξη", τ. 95

= = =


Οld Berlin

Ο Victor Auburtin, βρέθηκε στην Ελλάδα όταν εργαζόταν ως ανταποκριτής για διάφορες γερμανικές εφημερίδες. Εγκατεστημένος στο Βερολίνο, με γαλλική καταγωγή, σπούδασε γερμανική φιλολογία και ιστορία τέχνης. Συγγραφέας, μεταφραστής και δοκιμιογράφος "εμβάθυνε όλο και περισσότερο στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, αποκάλυπτε τις μικροαδυναμίες των ανθρώπων, εκφράζοντας τις ιδέες του απλά, παραστατικά και χωρίς εμπάθεια. Θεωρούσε τον εαυτό του επιφυλλιδογράφο και ευθυμογράφο, όμως την ευθυμία του την επισκίαζε η απογοήτευση και η μελαγχολία", γράφει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής Αγαθοκλής Αζέλης. Στο ίδιο σημείωμα διαβάζουμε ότι το 1914 ο Victor Auburtin φυλακίστηκε στην Γαλλία με την ψευδή κατηγορία της κατασκοπίας και ότι μερικά από τα κύρια έργα του είναι: "H χρυσή αλυσίδα" (νουβέλες), "Το τέλος" (δράμα), "Η τέχνη πεθαίνει" (δοκίμιο, όπου κατηγορεί την καπιταλιστική βιομηχανία τέχνης, που μετέτρεψε τα έργα τέχνης σε αντικείμενα μαζικής κατανάλωσης, απομακρύνοντας συνάμα την τέχνη από το λαό), "Μια γυάλα με χρυσόψαρα" και "Κάποιος παίζει ποιμενική φλογέρα" (συλλογές επιφυλλίδων, όπου έχει διαρκώς στο στόχαστρο τις αντιφάσεις του καπιταλισμού).




Πίνακες, εικόνες: www.hellados.ru, www.buergertum.com, www.homepage.mac.com,
www.paleothea.com, www.americansoapcompany.com
Eξώφυλλα βιβλίων:www.glaux.de, www.j5a.net, jovis.de,
www.bibliotheca-selecta.de, tierschutzverlag.com
Kείμενο και βιογραφικά στοιχεία: Περιοδικό "η λέξη" - τ.95, Ιούνιος 90

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 16, 2009

89 ~ Ποιητικές αναφορές, XX: Έντγκαρ Άλλαν Πόε - Στη Ζάκυνθο


Edgar Allan Poe
(1809-1849)


ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ

Από τ' ωραιότερο λουλούδι, εσύ ανθονήσι,
επήρες το γλυκόνομα που σε ομορφαίνει.
Πόσες στη θύμησή του, όποιος θα σε αντικρίσει,
λαμπρές κι αρμονικές στιγμές δεν ανασταίνει!

Ξυπνούν θωριές ευτυχισμένες που έχουν σβήσει,
ελπίδες φευγαλέες και στοχασμοί χαμένοι,
τ' όραμα εκείνης που δεν θα ξαναγυρίσει
ποτέ στη χλοερή γη τη μοσκοβολισμένη.

Ζάκυνθος (The Island of Ζakynthos, Ionian Sea)

Ποτέ πλια! Τον αντίλαλο γρικώ θλιμμένο. -
Δεν θα ξαναχαρώ τα μαγικά σου κάλλη...
Και τώρα πια θάναι καταραμένο

για με τ' ολάνθιστό σου το ακρογιάλι,
ω φλόγα του Υακίνθου, Ζάκυνθος εσύ,
λουλούδι της Ανατολής, Χρυσό Νησί!

(μτφ. Μαρίνος Σγούρος)

Εικόνες: slantmouth.com, zanteweb.gr

Τρίτη, Σεπτέμβριος 01, 2009

88 ~ Στήβεν Μπέρκωφ: Ραντεβού στην Επίδαυρο

Steven Berkoff (1937)
"δημιουργείς με την ομάδα, όχι μόνος"


Συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης, ο Βρετανός Στήβεν Μπέρκωφ, ήρθε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 2003, προκειμένου να ερμηνεύσει τον ρόλο του Ρώσου προαγωγού στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Νύφες". Κατά την παραμονή του, δέχεται πρόσκληση του Διονύση Φωτόπουλου, με τον οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις, να επισκεφθεί την Επίδαυρο, στην οποία ανταποκρίνεται ευχαρίστως. Στην σύντομη αυτή επίσκεψή του ο Μπέρκωφ είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με ξένους και έλληνες καλλιτέχνες, να παρακολουθήσει την "Ηλέκτρα" στο αρχαίο θέατρο, να κολυμπήσει στη θάλασσα της περιοχής[<--φωτ.] και να γευτεί την κουζίνα και την ατμόσφαιρα του "Λεωνίδα", στον οποίο, κατά παράδοσιν, αμέσως μετά από κάθε παράσταση συρρέουν καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και κοινό.


Στήβεν Μπέρκωφ και Διονύσης Φωτόπουλος

«...το ελληνικό θέατρο πολύ συχνά έχει επιλέξει έργα του. Πρώτος ο Δημήτρης Ποταμίτης ανέβασε τη θεατροποίηση που έκανε ο Μπέρκοφ στη "Μεταμόρφωση του Κάφκα". Δεν αργήσαμε να δούμε κι έτερο έργο του, την "Πτώση του οίκου των Άσερ", μια θεατροποίηση του διηγήματος του Έντγκαρ Άλαν Πόε που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ο Τάσος Μπαντής ανέβασε στο "Εμπρός" το προκλητικό "Ένας Έλληνας". Και ο Γιάννης Ιορδανίδης σκηνοθέτησε το "Ντεκαντάνς" στον θίασο του Πέρη Μιχαηλίδη. Δύο έργα του ανέβηκαν φέτος [το 2003]. H Όλγα Ποζέλη σκηνοθέτησε με την ομάδα "Νοητή Γραμμή" το "Κβετς", ενώ ο Π. Μιχαηλίδης επανήλθε στη δραματουργία του Μπέρκοφ ανεβάζοντας τη "Μυστική ζωή της Οφηλίας". Παραστάσεις σε περιφερειακά κυρίως θέατρα από νεανικές ομάδες, που αναζητούν τον αιχμηρό λόγο, τα "σκοτεινά" θέματα.» - Ε.Δ.Χ. - ΤΑ ΝΕΑ, 22/07/20

= = = = = =

Ο Στήβεν Μπέρκωφ, που θεωρείται ένας από τους πιο σπουδαίους δραματουργούς και σκηνοθέτες του Βρετανικού θεάτρου, έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες (Κουρδιστό πορτοκάλι, Μπάρρυ Λίντον, Outland, Ράμπο ΙΙ, Octopussy, Star Trec κ.ά.) και σε σειρές του BBC και άλλων τηλεοπτικών σταθμών. Ρωσικής καταγωγής και γεννημένος στο Στέπνεϊ του Λονδίνου, λέει πως υπήρξε "ένα ντροπαλό, μονόχνωτο και ονειροπόλο παιδί που έβρισκε ευχαρίστηση στην απομόνωση". Μελέτησε θέατρο και παντομίμα στο Λονδίνο και στο Παρίσι και το 1968 δημιούργησε το London Theatre Group. Τα έργα του και οι διασκευές του έχουν ανεβεί σε πολλές σκηνές του εξωτερικού και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

από το κουρδιστό πορτοκάλι:

= = = = = =

«H σχεδόν πενηντάχρονη πορεία του μεγάλου αυτού βρετανού ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα σημαδεύτηκε από τον εκούσιο ή ακούσιο υποβιβασμό του στη δεύτερη γραμμή των αστέρων του Χόλιγουντ, στην τυποποίησή του σε ρόλους "κακού" ή "Ρώσου" ή συχνά "κακού Ρώσου", κάτι που φαίνεται να του έχει αφήσει τώρα, στη δύση της καριέρας του, μια πικρή γεύση στο στόμα. Αυτή η πικρία, η αίσθηση ότι υπήρξαν μέσα του δυνάμεις που έμειναν ανεκμετάλλευτες, είναι το υλικό επάνω στο οποίο με εξαιρετική ευαισθησία και βιωμένη σοφία έχτισε ο Μπέρκοφ τον βίο και την πολιτεία του Χάρι, του ηθοποιού-αντιήρωα της Αρπαχτής, μιας ελεγείας γεμάτης αγάπη και συμπόνια για το επάγγελμα του ηθοποιού, για τη μοναξιά που καραδοκεί όταν σβήνουν πίσω του τα φώτα.» - Κώστας Κατσουλάρης - ΤΟ ΒΗΜΑ, 31-10-2004



Ο Steven Berkoff από τον David Cobley:



Εικόνες, πίνακες: artform.demon.co.uk widcombestudios.co.uk
Eξώφυλλα βιβλίων: amazon.com protoporia.gr
Φωτογραφίες: whatsonstage.com, english.bham.ac.uk,
spotlightcd.com, stevenberkoff.com
cultureguide.gr, giannakos.demon.nl

Κυριακή, Αύγουστος 16, 2009

87 ~ Ποιητικές αναφορές, ΧIX: Φρήντριχ Χαίλντερλιν - Πάτμος


Friedrich Hölderlin (1770-1843)


Μα δεν ήθελα να εγκαταλείψω τη χώρα μου' Είναι απλώς, για να σας προσκαλέσω, που ήρθα εδώ. Ναι ω Χάριτες της Ελλάδας, Θυγατέρες του Ουρανού, για να σας εκλιπαρήσω ήρθα εδώ! Ας έλθετε, κοντά μας, μεγαλόθυμες, αν το ταξίδι δεν είναι μακρινό!

(από το βιβλίο του Βασίλη Ι. Λαζανά "Friedrich Hoelderlin" - Aθήναι, 1984)

= = =

Πάτμος
(απόσπασμα)
...
Κι ωστόσο ο ναύτης γνωρίζει τα νησιά.
Κι όταν άκουσα
Πως ένα απ' τα κοντινά
Ήταν η Πάτμος,
Πολύ επόθησα
Εκεί να κατεβώ και
Να πλησιάσω τη σκοτεινή σπηλιά.
Καθόσον μεγαλοπρεπώς, όπως η Κύπρος,
Η πλούσια σε πηγές
Ή κάποιο από τ' άλλα νησιά,
Δεν κατοικεί η Πάτμος,

Αλλά είναι φιλόξενη
Στο σπίτι της το φτωχικότερο
Ωστόσο
Κι όταν από ναυάγιο ή θρηνώντας
Για την πατρίδα του ή
Για το φίλο που ξεμάκρυνε
Κάποιος την πλησιάσει απ' τους ξένους,
Ευχάριστα το ακούει, και τα παιδιά της
Οι φωνές του διάπυρου άλσους,
Κι εκεί όπου πέφτει η άμμος, και σχίζεται
Η επιφάνεια του αγρού, οι ήχοι
Τον ακούν και μια ηχώ αγάπης
Αντιλαλεί τους θρήνους του ανδρός. Έτσι εφρόντισε
Κάποτε τον αγαπημένο του Θεού
...
μετάφραση: Στέλλα Γ. Νικολούδη


Πάτμος

=

Ο μοναδικός
(απόσπασμα)

Τι είναι αυτό που
Στις αρχαίες μακάριες ακτές
Με δένει έτσι που πιότερο
Τίς αγαπώ κι' απ' την πατρίδα μου;
Γιατί σαν σε ουράνια
Δουλεία πουλημένος
Βρίσκομαι εκεί όπου βάδιζε ο Απόλλων
Με μορφή βασιλέως,
Και σε αγνά παλληκάρια
Κατέβαινε ο Ζεύς κ' έσπερνε
Γυιους με άγιο τρόπο και κόρες
Ο Υψηλός ανάμεσα στους ανθρώπους.

Υψηλές σκέψεις
Πολλές
Ξεπήδησαν απ' του Πατέρα το κεφάλι
Και μεγάλες ψυχές
Ήρθαν απ' αυτόν στους ανθρώπους.
Άκουσα
Για την Ήλιδα και την Ολυμπία, στάθηκα
Ψηλά στον Παρνασσό
Και διάβηκα βουνά του Ισθμού
Και πήγα πέρα
Κοντά στη Σμύρνη
Και κάτω στην Έφεσο.
...
μετάφραση: Δημήτριος Καπετανάκης



- Το ποίημα "Πάτμος" είναι από το βιβλίο
Friedrich Hölderlin - Ελεγείες, Ύμνοι και
άλλα ποιήματα
εκδ. Άγρα, 1996
- Το ποίημα "Ο μοναδικός" είναι από την Ανθολογία Γερμανικής
Ποίησης 1749-1921
- εκδ. Εκάτη, 2001
- Πορτραίτο: sternenfall.de
- Φωτογραφία: holiday-in-athens.com

Σάββατο, Αύγουστος 01, 2009

86 ~ Με τον Ντομινίκ Φερναντέζ στα "ανόθευτα Κύθηρα"


Dominique Fernandez (1929)
Έχω πολλές πατρίδες

Από το 1952 αρχίζει η επαφή του με την Ελλάδα: 23 ετών, με σπουδές ελληνικών και λατινικών και με κατακτημένη τη χαρά να διαβάζει όλο τον Ομηρο από το πρωτότυπο, πρωτοφθάνει στην Ελλάδα με πλοίο από την Ιταλία (που δεν την είχε ανακαλύψει ακόμη). Γυρίζει στην ενδοχώρα, ανεβαίνει με τα πόδια σε χωριά στις 4 το χάραμα, ανακαλύπτει τη Μύκονο την ίδια εποχή σχεδόν που την ανακαλύπτουν και οι Αθηναίοι, επιστρέφει στη Γαλλία οδικώς περνώντας από τα Μετέωρα και διασχίζοντας τη Θεσσαλονίκη. Κατά τις επόμενες επισκέψεις του διαπιστώνει την παράδοση της Ελλάδας στα χέρια των τουριστικών πρακτόρων, εξοργίζεται και θλίβεται με τη Ρόδο, απολαμβάνει τα ανόθευτα ακόμη Κύθηρα, και θυμάται τι του επεφύλαξε εκείνου ο Πόλεμος στον Κόλπο. Βρισκόταν πάλι στην Αθήνα προσκεκλημένος του Γαλλικού Ινστιτούτου και ενώ όλοι, φοβισμένοι, ήσαν καθηλωμένοι μπροστά στις τηλεοράσεις, ο Ντομινίκ Φερναντέζ ήταν ο μόνος επισκέπτης της Ακρόπολης. Ολομόναχος πάνω στον Βράχο, δοκίμαζε μια απρόβλεπτη χαρά που κανείς δεν μπορούσε να του τη χαλάσει.


μικρές ανθοδέσμες από σεμπρεβίβα, το αμάραντο λουλούδι των Κυθήρων

Η Ελλάδα τον πρωτογνώρισε το 1982, όταν, λίγα μόλις χρόνια μετά τη δολοφονία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, έγραψε την πολυσέλιδη μυθιστορηματική βιογραφία του «Εγώ, ο Πιερ Πάολο, στο χέρι του αγγέλου». Έκτοτε η σχέση των ελλήνων αναγνωστών με τον Ντομινίκ Φερναντέζ και συχνή ήταν και θερμή, αρκετά βιβλία του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στα ελληνικά και οι αίθουσες του γαλλικού Ινστιτούτου που τακτικά τον φιλοξενούν πάντοτε είναι γεμάτες.
Κατά την επίσημη ταυτότητά του ο Ντομινίκ Φερναντέζ είναι Γάλλος. Εκείνος όμως από τότε που πρωτοταξίδεψε στην Ιταλία και έμαθε ιταλικά συνδέθηκε με κεραυνοβόλο πάθος με την Ιταλία που έγινε η πατρίδα της προτίμησής του. Τη Γαλλία την απαρνιέται.

«Ζω και δουλεύω στη Γαλλία αλλά δεν είμαι καθόλου Γάλλος» λέει. «Θα έλεγα ότι έχω τρεις πατρίδες που εγώ έχω επιλέξει. Την Ιταλία που την λατρεύω για την ομορφιά της. Τη Ρωσία, για τον μυστικισμό, την τρέλα της. Το Μεξικό, γιατί από εκεί καταγόταν ο πατέρας μου και γιατί μαζί με τη Βραζιλία έχουν τόσο έντονο το στοιχείο του μπαρόκ. Η Γαλλία παραείναι οργανωμένη, τακτοποιημένη, μπουρζουά, καθησυχασμένη, εσωστρεφής, συγκρατημένη. Ζω στη Γαλλία αλλά για να είμαι ευτυχισμένος ταξιδεύω όσο μπορώ περισσότερο». -
Αναστασία Λαμπρία, Το Βήμα 14/12/1997
= = =

Ο Dominique Fernandez σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ και απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με μια διατριβή για τον ομοφυλόφιλο Ιταλό συγγραφέα Τσέζαρε Παβέζε. Αργότερα, το 1958, αναγκάζεται να παραιτηθεί από την θέση του καθηγητή στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Νάπολης, εξ αιτίας ενός σκανδάλου που προκλήθηκε από μία διάλεξή του για τον ερωτισμό και τον κομμουνισμό στο έργο του Γάλλου συγγραφέα Ροζέ Βαγιάν.
Το 1971 διαλύει τον γάμο του, μετά από δέκα χρόνια και έχοντας αποκτήσει δύο παιδιά, και παραδέχεται δημοσίως την ομοφυλοφιλία του, πράγμα που αργότερα επηρέασε τις κριτικές για το έργο του. Ο Φερναντέζ, στα βιβλία και τις συνεντεύξεις του, υπογραμμίζει τις συμβολικές προεκτάσεις της ομοφυλοφιλίας στις οποίες αποδίδει μεγαλύτερη σπουδαιότητα από τις σεξουαλικές. Ομοφυλόφιλος δεν είναι μόνον αυτός που κοιμάται με άνδρες αντί για γυναίκες, λέει.
Είναι επίσης (τουλάχιστον εκείνος ο ομοφυλόφιλος που συμβάλλει στην ομοσεξουαλική κουλτούρα) αυτός που αισθάνεται και σκέπτεται διαφορετικά από τη μάζα των ομοφύλων του, που δεν συγχρωτίζεται με το πλήθος, που δεν αναγνωρίζει τις τρέχουσες αξίες, που δραπετεύει από τα όρια του χρόνου και του τόπου του, που δεν ικανοποιείται από την υποταγή του στο σύστημα και που ακατάπαυστα επιδιώκει έναν διαφορετικό κόσμο, που είναι σε πολλούς άγνωστος.



= = =
...έχω πολλές πατρίδες τη Γαλλία, το Μεξικό, την Ιταλία, τη Ρωσία, τη Βραζιλία, πνευματικά και την Ελλάδα, επειδή έχω μελετήσει αρχαία ελληνικά. Όλες τις χώρες, που έχω αγαπήσει την κουλτούρα και την τέχνη τους, σχεδόν όλες δηλαδή. Η πατρίδα μας δεν είναι μόνο το μικρό κομμάτι γης στο οποίο έτυχε να γεννηθούμε.


«H πραγματική ευτυχία για μένα είναι να συγκινήσω έναν άνθρωπο με τα βιβλία μου»




Εξώφυλλα βιβλίων: protoporia.gr, amazon.com, artagnan.de,
echange-roumanie.com, art-service.de
Φωτογραφίες: Καθημερινή, parismatch.com, lagorgone.com,
bibliomonde.com,
Συμπληρωματικές πληροφορίες: fortunecity.com

Πέμπτη, Ιούλιος 16, 2009

85 ~ Ποιητικές αναφορές, XVIII: Tζων Κητς - Σε κοιλάδα αρκαδική


John Keats
(1795–1821)


ΣΕ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΔΡΙΑ

Ω! Νύφη, ακόμα απάρθενη, της ησυχίας της ιερής!
Συ ψυχοπαίδι της Σιωπής, του Χρόνου π' αργοσβυεί,
Ειδυλλιακέ ανιστορητή, που μύθο ολάνθιστο μπορείς
Να λες γλυκύτερα κι απ' ό,τι ο στίχος θέλει ειπεί:
Τι θρύλος φυλλοστόλιστος στην πλάση σου στοιχειώνει
Θεών ή Θνητών ή και των δυο,
Στα Τέμπη ή σε κοιλάδα Αρκαδική;


Plain in Arcadia, Peloponnese


Τι άνθρωποι ετούτοι ή ποιοι Θεοί; Τι κόρες, π' άντρας δε ζυγώνει,
Τι άγριο κυνήγι; ποιος αγώνας για φευγιό;
Και τι σουραύλια, κύμβαλα; ποιαν έκσταση μανιακή;

Γλυκές οι μελωδίες π' ακούγονται, μα πιο γλυκά
Πνένε οι ανάκουστες· γι' αυτό, αυλοί απαλοί, λαλείτε,
Μα όχι στης αίσθησης το αυτί, μα άυλη χάρη, πιο ακριβά,
Στο πνέμα τα τραγούδια σας αυλείτε:
Ωραία νιότη, κάτω απ' τις σκιές, ποτέ δε θέλει λείψει
Από τα χείλη σου ο σκοπός κι ουδέ τα φύλλα απ' τα δεντρά·
Απόκοτε αγαπητικέ, ποτέ φιλί δε θα χαρείς,
Αν και σιμά στον πόθο σου -μα μην σε πάρει η θλίψη,
Δεν μπόρειε αυτή να μαραθεί, θεράπειο αν δεν ιδείς στερνά,
Αιώνια εσύ θε ν' αγαπάς και κείνη ωραία θα τη θωρείς.

Αχ! σεις πανεύτυχα κλωνιά! τα φύλλα σας ποτέ
Δε θε να ρέψουν κι άνοιξη για πάντα θα στολίζει·
Κι ακούραστε, μακάριε μελωδέ,
Αιώνια το παιχνίδι σου νέα τραγούδια θα τονίζει·
Πιο ευτυχισμένη αγάπη! αγάπη τρισευτυχισμένη!
Πάντα θερμή και π' όλο μέλλεται να σε χαρούν,
Με αιώνια λαχτάρα, νεότητα παντοτινή,
Κι απ' ό,τι πνέει τ' ανθρώπινα τα πάθη γλυτωμένη,
Που κόρο στην καρδιά και θλίψη της κληρονομούν,
Στο μέτωπο ένα πυρετό, πίκρα στη γλώσσα τη στεγνή.

Ποιοι να 'ναι ετούτοι που έρχονται, ιερή μια συνοδία;
Και το δαμάλι που μουγγάει προς τα ουράνια,
Μυστηριακέ ιερέα, σε ποιο βωμό οδηγάς για τη θυσία,
Τα μεταξένια του πλευρά με λουλουδιών στεφάνια;
Σαν τι χωριό σε ακροθαλάσσι ή σε ρυάκι,
'Η σε πλαγιά βουνού, με ακρόπολη όλο ειρήνη,
Απ' το λαό του ν' άδειασε την άγια τούτη πρωινή;
Κι ω! συ χωριό, το κάθε σου δρομάκι,
Θα 'ναι για πάντα σιωπηλό· κι ούτε θα γείρει μια ψυχή
Ποτέ να πει, γιατί έχεις έρμο μείνει.

Ω! Αττικό παράστημα! φόρμα ωραιοπλασμένη
Με αγαλματένια αντρών γενιά, κόρες με ακράτη νιότη,
Με δάσου κλώνια και τη χλόη πατημένη·
Πλάσμα σιωπηλό! σαν την αιωνιότη
Λυτρώνεις απ' τη σκέψη, ω! παστοράλι εσύ νεκρό!
Κι έρμη, με τα γεράματα, τούτη η ελικιά σα θα 'ναι,
Θα μνήσκεις τότε ακόμα εσύ μέσ' της ζωής τον πόνο,
Φίλος του ανθρώπου, να του λες αιώνιο καιρό:
"Η ομορφιά 'ναι αλήθεια, η αλήθεια 'ναι ομορφιά", το μόνο
Που ξέρομε στη γη και όλοι να μάθουνε χρωστάνε.

μτφ. Γιάννης Ζερβός

Eικόνες: probertencyclopaedia.com, arcadia.ceid.upatras.gr

Τετάρτη, Ιούλιος 01, 2009

84 ~ Βιρτζίνια Γουλφ: Στην Ελλάδα, τον Μάη


Virginia Woolf (1882-1941)
"στην Ελλάδα είμαι ήρεμη
κι ευτυχισμένη"


19 Απριλίου 1932
«Να 'μαστε λοιπόν παραπλέοντες τας ελληνικάς νήσους. Η θάλασσα είναι λάδι, τόση ζέστη που μπορείς να κάτσεις γυμνός στο κατάστρωμα - πότε πότε ένα πουλί κάθεται στο κατάρτι - ο Ρότζερ τρέχει να μας πει "να η Κόρκυρα", αλλά δεν είναι - ένας Έλληνας κύριος τον διορθώνει...»


Όταν η Βιρτζίνια Γουλφ γράφει αυτό το γράμμα στην αδελφή της, Βανέσα Μπελ, βρίσκεται πάνω στο πλοίο Τέβερε και συνταξιδεύει με τον Ελευθέριο Βενιζέλο που επιστρέφει από την Ελβετία έχοντας δώσει τη μάχη του στην Κοινωνία των Εθνών για να επιτύχει άρση του εξωτερικού χρέους και δανειοδότηση 50 εκ. δολλαρίων. Αυτό είναι το δεύτερο ταξίδι της στην Ελλάδα και έχει συντροφιά της τον σύζυγό της Λέναρντ Γουλφ, και τα αδέλφια Ρότζερ και Μάρτζερυ Φράι.

«Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι η Ελλάδα είναι όμορφη;» γράφει λίγες μέρες αργότερα στην ηλικιωμένη φίλη της Έθελ Σμιθ, «Γιατί δεν ανέφερες ποτέ τη θάλασσα και τους λόφους, τις κοιλάδες και τα λουλούδια; Μόνο εγώ έχω μάτια και βλέπω; Έθελ, σου το αναγγέλλω επισήμως: η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Ο Μάης είναι η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Ελλάδα και Μάης μαζί!»

26 χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη επίσκεψή της και σήμερα είναι πια διάσημη συγγραφέας και ήδη 50 ετών. «...ήτανε τόσο παράξενο που ήρθα ξανά εδώ, δεν είχα συναίσθηση τόπου και χρόνου. Έβλεπα το φάντασμά μου να κατεβαίνει απ' την Ακρόπολη, ετών 23» γράφει στην Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ, στις 8 Μαΐου.

Image Hosted by ImageShack.us

Μέσα από το ημερολόγιό της, ακολουθούμε τα βήματά της:

Δεύτερη μέρα στην Αθήνα
...τι μπορώ να πω για τον Παρθενώνα — ότι ήρθε να με βρει το φάντασμά μου, το κορίτσι των 23 ετών, με όλη τη ζωή μπροστά του' αυτό' κι ακόμη, ότι είναι πιο συμπαγής καί μεγαλοπρεπής, πιο στιβαρός απ' ό,τι θυμόμουνα. Οι κίτρινοι κίονες — πώς να το πω; όλοι μαζί, σαν σύνολο, ακτινοβολούσαν εκεί πάνω στο βράχο, με φόντο τον πιο βίαιο ουρανό, χτυπητό ψυχρό γαλάζιο, κι ύστερα μαύρο του ανθρακίτη.


Πλήθη περνούν φευγαλέα σαν ικέτες (πρόκειται για ελληνόπουλα που τα 'φεραν με το σχολείο). Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται, πλέει, αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες. Είναι μεγαλύτερος απ' ό,τι θυμόμουνα, με μεγαλύτερη συνοχή. Ίσως ξεθύμανε κάτι από τον νεανικό συναισθηματισμό που κάνει τα πράγματα μελαγχολικά. Τώρα που είμαι πενήντα (το 'γραψα με θάρρος στο βιβλίο του ξενοδοχείου — το καλό μας Γιάκ το απέφυγε, άλλη μια απόδειξη του συμπλέγματος κατωτερότητας), έχω γκρίζα μαλλιά κι η ζωή μου σχεδόν τέλειωσε, μ' αρέσει υποθέτω ό,τι έχει ζωντάνια, το λουλούδισμα μπροστά στο θάνατο. Από κάτω η Αθήνα σαν σπασμένο τσόφλι, και τα γκριζόμαυρα θαμνώδη βουνά.
... ... ...
Η Αθήνα μ' αρέσει γύρω στίς 7, όταν οι δρόμοι γεμίζουν από ένα βιαστικό και πολύβουο πλήθος, μαυροφόρες γυναίκες με λευκά πρόσωπα και γυναίκες με σάλια, και κομψευόμενοι μικροκαμωμένοι άντρες, που βγαίνουν το βράδυ με τις νυχτερίδες και τα δειλινά στις πολιτείες του Νότου, αρί λάλαγες*. Η Μάρτζερυ, ακούγοντάς τους να μιλάνε απόψε στου Αβέρωφ, είπε ότι ο τόνος είναι όπως στ' αγγλικά.

Εκδρομή στο Δαφνί
Η άλλη παρατήρηση έγινε στη βυζαντινή εκκλησία του Δαφνιού: «Σπουδαίο — ξεπερνάει κάθε φαντασία» είπε ο Ρότζερ, και απόθεσε καπέλο, μπαστούνι, σχέδια, δυο-τρείς οδηγούς και λεξικά πάνω σε μια κολόνα. Ύστερα κοιτάξαμε όλοι μαζί ψηλά τον Χριστό τιμωρό, μεγαλύτερο κι από εφιάλτη, σε μπλε και λευκό ψηφιδωτό. Αυτή η εκκλησία μάς άρεσε πολύ. Είναι ψηλή και τραχιά και αψιδωτή, και τα ψηφιδωτά είναι πολύ φθαρμένα. Και κοιτάζεις έξω απ' την πόρτα εκείνα τα πράσινα φουντωτά δέντρα, που το καθένα μοιάζει να 'χει μια τούφα από ήλιο και σύννεφο που κυματίζει — έτσι λαμπερά, έτσι σκοτεινά είναι τα πράσινα κύματα στο δάσος που περπατήσαμε. Μια ελληνική οικογένεια φροντίζει την εκκλησία — μεσόκοποι άντρες και γυναίκες, κάθονται με τα καλά τους (οι άντρες) με πανωφόρια και δαχτυλίδια χρυσά και διαβάζουνε την εφημερίδα τους στις 3.30 το απόγευμα. Τέτοιο καθισιό, τέτοια ξενοιασιά δεν είδα ποτέ στην Αγγλία. Τέλος η πιο νέα, μια γυναίκα με σάλι, παντόφλες και φόρεμα βαμβακερό, απομακρύνεται, σκαρφαλώνει πάνω σ' έναν γκρεμισμένο τοίχο κι αρχίζει να κόβει κίτρινα λουλούδια — τι άλλο να κάνει. Από κεί κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στη θάλασσα — και πόσο όμορφα είναι τ' ανέγγιχτα χείλη της θάλασσας όταν αγγίζουνε μιαν άγρια παραλία' πίσω μας λόφοι καί πράσινες πεδιάδες, στο βάθος η Ελευσίνα, πράσινα και κόκκινα βράχια, ένα ατμόπλοιο ξεκινά.

Βόλτα στο Σούνιο
Έκανε κρύο τσουχτερό. Αυτό πάντα το ξεχνάει κανείς. Ο αέρας σφύριζε μέσ' απ' τα ακάλυπτα πλευρά του κόνβερτιμπλ του Γκιόλμαν. Ο Λέναρντ φτερνιζότανε. Εγώ είχα ρίγη. Το δάπεδο του αυτοκινήτου γεμάτο με κουτιά ζωγραφικής. Γευματίσαμε σ' ένα τραπέζι στον ήλιο στο Σούνιο — οι κολόνες άσπρες σαν κιμωλία, ψηλές σαν φάροι. Μινιατούρες λουλουδιών έφτιαχναν ένα λαμπερό ταπέτο — η Μάρτζερυ ξερίζωνε κρινάκια. Τι λέγαμε; Τίποτα ιδιαίτερο. Μετά την πρώτη βδομάδα μιλάς μόνο στο βραδινό φαγητό. Και μετά γυρίσαμε πίσω, εννοείται περνώντας φουντωτά δέντρα, κόκκινα τετραγωνισμένα χωράφια, αφήνοντας πίσω μας τσιγγάνικα τσαντίρια, σαν ινδιάνικα καλύβια από κλαριά φτέρης' μια κοπέλα σεργιανούσε γνέθοντας μαλλί' και γυναίκες ήταν καθισμένες στο κατώφλι — σκέφτηκα το Πικαντίλυ τέτοια ώρα.

Image Hosted by ImageShack.us

Τι παράξενη αυτή η επίπεδη γη, καρτερική και υπάκουη, με βιβλικά δέντρα εδώ κι εκεί, πρόβατα με μακρύ μαλλί που βόσκανε, κι ούτε ένα σπίτι στον ορίζοντα. Η Αγγλία την εποχή του Τσώσερ. Στο Σούνιο η θάλασσα σπάει πάνω σε πράσινη και κόκκινη πέτρα, και σκουρογάλαζα καράβια αρμενίζουνε — όλα όπως τον καιρό του Τσώσερ ή του Ομήρου, ούτε προβλήτα ή προκυμαία, ούτε μάτι ανθρώπου.

Στον ναό της Αφαίας Αθηνάς, στην Αίγινα
Ω η βροχή, η βροχή! Αυτό την άλλη μέρα στην Αίγινα. Αυτό το όμορφο μαλακό νησί, με το ηλιοψημένο μονοπάτι, τη θάλασσα και την ακρογιαλιά, τα μικρά ροζ και κίτρινα σπίτια, το θυμάρι, την απότομη λοφοπλαγιά, το Ναό, σκελετώδη, κυρίαρχο, τους κόλπους ξέχειλους από θάλασσα — όλα αυτά δεν ήταν παρά ψύχρα, ομίχλη, βροχή, Αμερικάνοι μαζεμένοι γύρω από έναν κοκαλιάρη καθηγητή' και μεις ζαρωμένοι κάτω από ένα πεύκο που άφηνε τη βροχή να περνάει. Αλλά ακόμη κι έτσι, ο Ρότζερ έλεγε «Σπουδαίο, σπουδαίο», ένας ναός από ψαμμόλιθο καλύτερος απ' το Σούνιο.

Image Hosted by ImageShack.us

Καταπληκτικό το τι μπορεί να κάνει μια μεγαλοφυΐα σ' έναν τόσο μικρό χώρο — ιδού οι τέλειες αναλογίες — και η βροχή μάς ανάγκασε να κατηφορίσουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν για το πλοίο μας. Είχανε πιάσει κόκκινα ψάρια και χταπόδια. Πώς; Λοιπόν, ρίχνουνε κρεμμύδια, ψωμί και τα λοιπά στο βυθό και τα ψάρια μαζεύονται, ύστερα μαζεύονται ρίχνουνε δυναμίτη και μπαμ! — γίνεται μια έκρηξη, τα ψάρια ανεβαίνουνε στην επιφάνεια ψόφια, και τα καμακώνουνε. Αυτό απαγορεύεται. Αλλά δεν σε βλέπει κανείς εδώ γύρω. Αυτά μάς τα είπε ο θερμαστής με το όμορφο ελληνικό χαμόγελο — το χαμόγελο που έχουν οι μουλαράδες και οι ταξιτζήδες.
στην Kαισαριανή
Σήμερα —τι όμορφα ήταν σήμερα— στη μικρή στρογγυλή βυζαντινή εκκλησία στους πρόποδες του Υμηττού. Γιατί δεν μπορούμε να ζούμε για πάντα έτσι; αναρωτήθηκα — όχι πως ο καιρός είχε ζεστάνει αρκετά, αλλά η βροχή κι ο αέρας είχανε σταματήσει' κι η ζωή έμοιαζε τόσο ελεύθερη, γεμάτη απ' όλα τα καλά — φύση άγρια, θυμάρι, κυπαρίσσια, η μικρή αυλή όπου ο Ρότζερ κι η Μάρτζερυ κάθονταν αφοσιωμένοι στη ζωγραφική τους' ο μεγάλος, άσπρος σαν μάρμαρο, σκύλος, κοιμισμένος σε μια γωνιά' κι όπως πάντα λεπτοκαμωμένες γυναίκες με παντόφλες να πηγαινοέρχονται αθόρυβα σε κάμαρες χτισμένες ψηλά σαν χελιδονοφωλιές, με κομμάτια παλιό σκαλισμένο μάρμαρο στις παραστάδες. Ένα ματσάκι άγριες ανεμώνες και ορχιδέες.


κάτω από μια ελιά στους Δελφούς
H ώρα είναι δέκα παρά πέντε. Και πού βρίσκομαι και γράφω με πένα και μελάνι; Όχι στο γραφείο μου. Στο φαράγγι, στην κοιλάδα, στους Δελφούς, κάτω από μια ελιά, σε γη στεγνή, στρωμένη με άσπρες μαργαρίτες. Ο Λέναρντ διαβάζει την ελληνική του Γραμματική δίπλα μου' μια χελιδονοουρά, αν δεν κάνω λάθος, πέρασε ξυστά. Γκρίζοι βράχοι απέναντι μου, με ελαιόδεντρα και θάμνους, κι αν τους ανέβω έναν έναν, να το μεγάλο φαλακρό γκριζόμαυρο βουνό, κι έπειτα ουρανός απόλυτα λείος. Πίσω λοιπόν στη ζεστή γη με τις μαργαρίτες και τα έντομα στις κίτρινες καρδιές τους. Ακούγονται κουδούνια κατσικιών' ένας γέρος ξεπέζεψε από το μουλάρι του — είμαστε ακριβώς στη βάση του λόφου που στην κορφή του είναι οι Δελφοί, και ο Ρότζερ κι η Μάρτζερυ σχεδιάζουν. Και μια ακρίδα μόλις έκατσε πάνω στην ελιά.

Έτσι προσπαθώ να κάνω ορατή αυτή τη σκηνή που σύντομα θα χαθεί για πάντα. Κι ίσως ακόμη προσπαθώ να αποφύγω αυτόν το δαίμονα που λέει, ίσως χωρίς λόγο, ότι θα 'πρεπε να καταγράψει κανείς το πώς πήγαμε στην Κόρινθο, στο Ναύπλιο, στις Μυκήνες, το Μυστρά, την Τριπολιτσά, κι από κει πίσω ξανά στην Αθήνα, ενώ ο ήλιος τσουρούφλιζε, κι εγώ φορούσα ένα μεταξωτό φόρεμα, και πήγαμε στον Κήπο, κι υστέρα ξεκινήσαμε το Σάββατο το πρωί στις 7 για τους Δελφούς. Θα έπρεπε να γράψω για όλ' αυτά τα μέρη, και να προσπαθήσω ίσως να φιξάρω μερικές απ' τις σκηνές που τρέχουνε μες στο μυαλό μου καθώς τρέχουμε με τ' αυτοκίνητο. Γιατί κάναμε πολύ μακρινές διαδρομές. Κι ο αέρας κι ο ήλιος — α πώς πρήζονταν τα χείλη μας και μαυρίζανε καί σκάγανε κι η μύτη μας ξεφλούδιζε και τα μάγουλά μας κοκκινίζανε σαν να καθόμασταν μπροστά σε πολύ δυνατή φωτιά. Η κοκεταρία έκανε φτερά. Γίνεσαι τελικά χωριάτης. Αυτό μου θυμίζει πώς πήδηξα απ' τη χαρά μου όταν είδα μια αρκετά καλοντυμένη γυναίκα στο σαλόνι του ξενοδοχείου Ματζέστικ να πίνει το ποτό της μ' έναν ευφραδέστατο ηλικιωμένο κύριο το απόγευμα που γυρίσαμε, σκονισμένοι, στεγνοί, κόκκινοι, χρυσωποί, μαυριδεροί, καφετιοί, τσαλακωμένοι (οι ρυτίδες της Μάρτζερυ είναι σαν τις ραβδώσεις στο πετσί άγριου ζώου). Όταν περάσεις τέσσερις-πέντε μέρες με τους χωρικούς και τη στερεή, αφρόντιστη ομορφιά τους, αισθάνεσαι να δονούνται από τη σπιρτάδα και το ραφινάρισμα του πολιτισμού οι πιο υψηλές κλίμακες των νεύρων σου — οι νότες του βιολιού.

Η Ελλάδα λοιπόν, για να γυρίσουμε στην Ελλάδα, είναι μια χώρα τόσο παλιά που είναι σαν να περιφέρεσαι σε σεληνιακά τοπία.

...τώρα καθόμαστε εδώ, αλλάξαμε θέση, λόγω του ήλιου, καθήσαμε ψηλότερα κάτω απ' την ελιά' κι έχω βγάλει για πιο δροσιά τα παπούτσια μου -, αυτό που συμβαίνει τότε είναι ότι μας πλησιάζουν οι χωρικοί κι αρχίζουν να μας μιλάνε, σαν να 'μαστε παλιοί φίλοι, για το ένα καί το άλλο. Χτες βράδυ, στο ύψωμα πάνω απ' τους Δελφούς, στο φως του δειλινού, ενώ η Ιτέα άρχιζε να τρεμοσβήνει δίπλα στη θάλασσα, στον κόλπο ένα καράβι, στο βάθος τα χιονισμένα βουνά, μπροστά μας απλωσιές καταπράσινες και κοκκινωπές, όπου κατσίκια και πρόβατα έβοσκαν, και τ' αυτοκίνητα περνούσαν αργά στο δρόμο που ξετυλιγόταν κάτω απ' τα πόδια μας, χτες βράδυ που καθόμασταν εκεί, ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μας το κορίτσι που βόσκει τις γίδες, σαν για να μαζέψει το κοπάδι της, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για να μας μιλήσει. Ούτε φόβος ούτε αμήχανα γελάκια ούτε ντροπές. Στάθηκε μπροστά μας σαν να 'ταν κάτι το φυσικό. Η Μάρτζερυ τής έδωσε τα κιάλια για να κοιτάξει, πρώτα απ' την καλή, ύστερα απ' την ανάποδη. Ύστερα μας είπε πώς λέγονται διάφορα πράγματα. Skotos {σκουτί} λέγεται το τραχύ χοντρό πανωφόρι της, ouranos o ουρανός, lullulin {λουλούδι} το λουλούδι, το ρολόι μου λέγεται orologe, το αυτοκίνητο — δε θυμάμαι.

Οι καλύτερες διακοπές της εδώ και χρόνια
Φτάσαμε λοιπόν στο τελευταίο βράδυ, πολλή ζέστη, πολλή σκόνη. Το μεγάφωνο βρυχάται' o Λέναρντ διαβάζει, χωρίς συμπάθεια, το βιβλίο της Έθελ Σμίθ' είναι επτά παρά δύο λεπτά και άρα μου μένει μισή περίπου ώρα για να γεμίσω τούτο το τετράδιο. Χρησιμοποίησα μόνο δέκα από τις εκατό πένες μου' μελάνι έχω ακόμη άφθονο' πόσες άγραφες σελίδες μού μένουν. Ιδού το αποτέλεσμα των καλύτερων διακοπών μας εδώ και χρόνια.

...καθώς λοιπόν στοχάζομαι αυτά τα σπουδαία πράγματα, που τρέχουν και γλιστράνε και σκαλώνουν στην επιφάνεια του νου μου, είμαι υπόγεια βυθισμένη σε σκηνές για το βιβλίο μου: φτιάχνω διάλογους, βλέπω εικόνες, όλο και ρίχνω κάτι καινούργιο μέσα στο καζάνι, που πρέπει να κοχλάσει όσο πιο πολύ γίνεται, μέχρι να χυθεί και να κρυώσει και να σκληρύνει — ενώ λοιπόν ασχολούμαι μ' αυτά, και δέχομαι ό,τι έχει να μου προσφέρει το θρόισμα του κυπαρισσιού και της λεύκας, το άρωμα των λουλουδιών, της πορτοκαλιάς, ο μικροπωλητής που πουλάει πιθηκάκια πάνω σε ξυλαράκια — ο καιρός περνά. Δεν είμαι βέβαιη αν είμαι στην Ελλάδα ή στο Λονδίνο. Αλλά νομίζω ότι μάλλον στην Ελλάδα είμαι, ευτυχισμένη, ήρεμη, φιλική προς όλα, χαλαρή.

...και θα γυρίζει πίσω
Μετά είχα το δράμα, στην Αίγινα, μιας απολίτιστης, θερμής, νέας εποχής, που θα μπει στη ζωή μας — και θα 'ρχόμαστε εδώ κάθε χρόνο, με μια σκηνή' θα το σκάμε απ' την Αγγλία, θ' αποβάλλουμε αυτό το φιδοπουκάμισο της ευπρέπειας' και το σφίξιμο, και τη συμβατικότητα του Λονδίνου' και τη φήμη, και τον πλούτο. Και θα γυρίσουμε πίσω, και θα γίνουμε ανεύθυνοι, εραστές της ζωής, και θα τρώμε μόνο ψωμί, γιαούρτι, βούτυρο, αυγά — ας πούμε στην Κρήτη. Αυτό είναι ως ένα βαθμό μια αληθινή παρόρμηση — σκεφτόμουνα, καθώς κατηφόριζα με μεγάλες δρασκελιές το λόφο. Το Λονδίνο δεν φτάνει, ούτε το Σάσεξ. Θες να ψηθείς στον ήλιο, να ξαναγυρίσεις σ' αυτούς τους ομιλητικούς, φιλικούς ανθρώπους, απλώς και μόνο για να ζήσεις, να μιλήσεις, όχι να διαβάζεις και να γράφεις. Κι ύστερα σήκωσα το κεφάλι μου κι είδα τα βουνά πέρα απ' τη θάλασσα, σαν λάμες μαχαιριών, χρωματιστά, και τη θάλασσα ήρεμη. Κι ένιωσα σαν ένα μαχαίρι να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι σ' αυτή τη λυγερή, αθλητική ομορφιά, τη βουτηγμένη στο χρώμα, χωρίς να 'ναι ψυχρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας, αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή, γιατί κάθε σπιθαμή γης έχει το δικό της αγριολούλουδο, που θα μπορούσε να φυτρώσει και σ' έναν εγγλέζικο κήπο, και οι χωρικοί είναι άνθρωποι καλοί' και τα ρούχα τους, φθαρμένα και ξεβαμμένα από τον ήλιο, έχουν λεπτούς χρωματισμούς, όσο κι αν είναι χοντρά. Ξέρω ότι υπάρχουνε συμπάθειες ανάμεσα σε ανθρώπους και τόπους, όπως ανάμεσα στους ανθρώπους. Και θα μπορούσα ν' αγαπήσω την Ελλάδα στα γερατειά μου, όπως αγάπησα όταν ήμουν παιδί την Κορνουάλη.

Κι ακόμη ο Λέναρντ παίζει σκάκι και κοντεύει δώδεκα. Αλλά η Αθήνα δεν φαίνεται να νυστάζει καθόλου, κι έτσι δεν μπορώ να παραπονεθώ. Τα τραμ τσιρίζουνε. Αύριο τέτοια ώρα θα φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Εγώ θ' αλλάζω πλευρό στη δική μου κουκέτα, ο Λέναρντ στη δική του, επί τρείς νύχτες, μέχρι να φτάσουμε στο Ρόντμελ και κοιμηθούμε στα μαλακά μας κρεβάτια, στο δροσερό Μάη της Αγγλίας.

= = =


Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο Βιρτζίνια Γουλφ: Ελλάδα και Μάης μαζί σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου - εκδ. ύψιλον, 1996 (η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε το 1984 από τον εκδ. οίκο "Κρύσταλλο"). Περιλαμβάνει εγγραφές από το ημερολόγιό της (Τhe Diary of Virginia Woolf -vol.4: 1931-1935), καθώς και επιστολές που έστειλε από το ξενοδοχείο Ματζέστικ στην Αθήνα, από τους Δελφούς και το Ναύπλιο, προς την αδελφή της Βανέσα Μπελ, τον ανιψιό της Κουέντιν Μπελ, τις φίλες της Έθελ Σμιθ και Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ, την Λαίδη Ότολιν Μορέλ και τον ποιητή και εκδότη Τζων Λέιμαν.



Περισσότερα:
Β. Γουλφ 1
Β. Γουλφ 2
Β. Γουλφ 3
Β. Γουλφ 4
Β. Γουλφ 5

- φωτογραφίες: dibache.com, sussex.ac.uk,
usm.maine.edu, anu.edu.au, media-2.web.britannica.com,
photobucket.com by
yu217590, flickr com by notiX,
thegreektravel.com


σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι . . .